Ο Παναγιώτης Ποταγός (1838-1904), ιατρός από την Βυτίνα της Αρκαδίας, είναι ο σημαντικότερος Έλληνας περιηγητής των νεωτέρων χρόνων, και ο ουσιαστικά ο μόνος Ελληνας που δικαιούται τον χαρακτηρισμό του εξερευνητή.
Παρ’όλα αυτά, παραμένει μέχρι και σήμερα αγνοημένος από την Ελλάδα, και μόνο τα 100 χρόνια από τον θάνατο του το 2004 έδωσαν αφορμή για εκδηλώσεις μνήμης μόνο από τους συντοπίτες του Βυτιναίους των Αθηνών. Υπάρχει δε μόνο μια μικρή προτομή του στην Βυτίνα.
Τα εξερευνητικά ταξίδια που πραγματοποίησε στην κεντρική Ασία και την κεντρο-ανατολική Αφρική την περίοδο μεταξύ 1868 και 1883, έδωσαν το υλικό για τον πρώτο (και εν τέλει μοναδικό) τόμο των «Περιηγήσεων» του (700 σελίδων), που εξέδωσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1883.
Δύο χρόνια αργότερα αργότερα ακολούθησε η γαλλική έκδοση στο Παρίσι (“Dix annees de voyages dans l’Asie centrale et l’Afrique equatoriale”, Ernest Leroux Editeur, Paris 1885).
Διαβάζοντας τις ‘’Περιηγήσεις’’ μπορεί κανείς συνοπτικά να πεί πως στο πρώτο του ταξίδι, ο Ποταγός ξεκινώντας από την Συρία και αφού πέρασε από το Ιράκ, την Περσία και το Αφγανιστάν, διέσχισε τους ορεινούς όγκους του Ινδοκούς (Ινδικό Καύκασο) και του Παμίρ και συνέχισε μέσα στην έρημο του Γκόμπι, στη Βόρεια Κίνα (Κασγκάρ και Χάμια), την Μογγολία (Βλιαστέ), για να καταλήξει στο Χηλή (Colintzia) της Ανατολικής Σιβηρίας, στην καρδιά της ασιατικής ηπείρου, από όπου και επέστρεψε στην συνέχεια στην Αγία Πετρούπολη και από εκεί στην Οδησσό και την Κωνσταντινούπολη.
Στο δεύτερο του ταξίδι, πάντα με βάση τις ‘’Περιηγήσεις’’ του, ξεκίνησε από το Σουέζ της Αιγύπτου και αφού περιηγήθηκε τις βορειο-δυτικές περιοχές της Ινδίας, τη Νότια Περσία και το Αφγανιστάν, επέστρεψε στο Καϊρο.
Στο τρίτο του ταξίδι, ξεκινώντας από το Καϊρο, κατευθύνθηκε νότια, και –μέσω του Σουδάν- έφτασε στην Κεντρική Αφρική, μέχρι τις περιοχές του Βορείου Κονγκό, προχωρώντας ακόμα πιό πέρα από τις περιοχές που είχε εξερευνήσει ο Γ. Σβαϊνφουρτ (Γερμανός εξερευνητής, 1836-1925).
Είναι ενδιαφέρον και δείχνει και τον τρόπο με τον οποίο ο Ποταγός αντιμετώπιζε τα ταξίδια του, ότι, από τα τέσσερα «βιβλία» στα οποία διαιρείται ο Α’ τόμος των Περιηγήσεων του Ποταγού (τόσο στην ελληνική όσο και στη γαλλική του έκδοση) μόνο τα δύο πρώτα, που ονομάζει «Περιηγητικά», αφορούν την εξιστόρηση των τριών μεγάλων ταξιδιών του σε Ασία και Αφρική.
Το τρίτο βιβλίο, το ονομάζει «Ιστορικόν» και αποτελεί μία συγκριτική μελέτη του συγγραφέα για τις χρονολογίες των αρχαίων λαών (Εβραίων, Αιγυπτίων, Ασσυρίων, Βαβυλωνίων, Αράβων, Συρίων, Φοινίκων, Λυδών, Μήδων, Περσών και Ελλήνων).
Το τέταρτο βιβλίο, φέρει τον τίτλο «Φυσικόν». Εδώ ο Ποταγός καταγίνεται με την ερμηνεία διαφόρων –μετεωρολογικών κυρίως- φαινομένων, ενώ υπάρχει και ένα επιπρόσθετο γεωγραφικό κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Περί διαιρέσεως της γης εις ζώνας και του ανθρώπου εις φυλάς».
Η «παράταιρη» συμμετοχή ενός Έλληνα γιατρού από την Αρκαδία χωρίς καμία στήριξη, στη μεγάλη «εξερευνητική περιπέτεια» του 19ου αιώνα, αποτελεί από μόνο του ένα μικρό παράδοξο. Αν επιχειρήσει κανείς μιά ερμηνεία του, θα βασιστεί κυρίως στην εντελώς ξεχωριστή προσωπικότητα, την ιδιόμορφη ιδιοσυγκρασία και τα προσωπικά βιώματα που κατηύθυναν τον Παναγιώτη Ποταγό στο «έντιμον στάδιον», όπως ο ίδιος δήλωνε των ριψοκίνδυνων περιηγήσεων (που σε αρκετές περιπτώσεις κόντεψαν να του στοιχίσουν τη ζωή του).
Για την βιγραφία του γνωρίζουμε κάποια πράγματα κυρίως από παράλλλες πηγές.
Γνωρίζουμε ότι από τη μικρή του ηλικία, στο φημισμένο σχολείο της Βυτίνας, που συναγωνιζότανε τότε εκείνο της γειτονικής Δημητσάνας, ο Ποταγός είχε θέσει τις βάσεις μιας πολύ πλατιάς μόρφωσης.
Μάλιστα μας λέει ο ίδιος ότι από τον πατέρα του είχε βρεί «Μαθηματική Γεωγραφία», Αρχαίους Συγγραφείς και πολλά φιλοσοφικά βιβλία.
Η αγάπη του για τη Γεωγραφία και τις περιηγήσεις να είχε τις ρίζες της σε αυτά τα βιβλία της παιδικής του ηλικίας και ειδικά στους αρχαίους γεωγράφους και ιστορικούς συγγραφείς που τόσο καλά δείχνει να γνωρίζει.
Αν και είναι δύσκολο να είναι κανείς απόλυτα κατηγορηματικός στο σημείο αυτό, είναι περίπου σίγουρο ότι η δύναμη που επέτρεψε στον Ποταγό να εισχωρήσει –ουσιαστικά μόνος- μέχρι τα βάθη της ασιατικής και της αφρικανικής ηπείρου, βρίσκεται μέσα στο πάθος που ενστάλαξαν στην παιδική ψυχή του οι αρχαίοι Έλληνες γεωγράφοι (με τον ανάλογο καθοριστικό τρόπο που γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος είχε «σημαδέψει» τον
–σύγχρονο του Ποταγού- Ερρίκο Σλήμαν και τον είχε καθοδηγήσει στο εγχείρημα του της ανεύρεσης της Τροίας).
Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1839 στη Βυτίνα Αρκαδίας. Σε ηλικία μόλις έξι μηνών έχασε τον πατέρα του και η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε τον έμπορο Θανάση Κανδρή, με τον οποίον απέκτησε άλλα επτά παιδιά. Ολοκληρώνοντας τα εγκύκλια μαθήματα του στην Τρίπολη, έρχεται στην Αθήνα και εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Γρήγορα όμως θα εγκαταλείψει τη νομική για την επιστήμη του Ιπποκράτη και του Γαληνού. Τελειώνει με άριστα την Ιατρική Σχολή και παίρνει υποτροφία για μετεκπαίδευση στο Παρίσι. Θα μείνει εκεί περίπου έξι χρόνια, από το 1860 μέχρι το 1865. Στο διάστημα αυτό φαίνεται πως ξεχωρίζει μεταξύ των συμφοιτητών του για την ευρυμάθεια, την οξεία παρατηρητικότητα, τη μεθοδικότητα, την κριτική του σκέψη, το πείσμα του, αλλά και τον χαρακτήρα του. Του. Χωρίς να χάσει χρονιά ο νεαρός επιστήμονας τελειώνει με άριστα τις μεταπτυχιακές του σπουδές και ετοιμάζεται να γυρίσει πίσω.
Αναβάλει το ταξίδι για ένα λόγο που εξηγεί πολλά του χαρακτήρα του.
Τη χρονιά εκείνη η μάστιγα της χολέρας χτυπά την πόρτα της Ευρώπης. Η θανατηφόρος μέχρι τότε νόσος εξαπλώνεται και στο Παρίσι. Χιλιάδες οι νεκροί, χιλιάδες οι ανυπεράσπιστοι άρρωστοι. Ο Ποταγός, ματαιώνοντας την επιστροφή, παραμένει στο νοσοκομείο και ρίχνεται στη μάχη κατά του άγνωστου εχθρού.
Για μήνες η κατάσταση είναι απελπιστικά ανεξέλεγκτη. Όταν κάποτε η χολέρα υποχωρεί, αφήνει πίσω της τον όλεθρο. Το Παρίσι ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τον κανονικό του ρυθμό. Ο Ποταγός, αρνούμενος θέση σε μεγάλο νοσοκομείο του Παρισιού ετοιμάζει επιτέλους τις αποσκευές του για την πατρίδα, που φαίνεται πως εκείνη την εποχή αποτελεί τη βασική επιλογή του. Προτού φύγει τον ειδοποιούν ότι η κυβέρνηση, μετά από προσωπική εντολή του αυτοκράτορα Ναπολέοντα του Γ’, θέλει να τον τιμήσει για τις υπηρεσίες του. Η τελετή γίνεται στην οικία του υπουργού Ευγενίου Ρουέ, στην οποίαν έχουν συγκεντρωθεί τα περισσότερα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και πολλοί εκ των καθηγητών του. Συγκινημένος ακούει από τα στόματα όλων ένα μεγάλο ευχαριστώ. Είναι η πρώτη του διεθνής αναγνώριση.
Το 1866 επανέρχεται στην Ελλάδα και για περίπου ένα χρόνο ασκεί το λειτούργημα του γιατρού στο χωριό του πατριού του.
Σύντομα απογοητεύεται. Οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες, τα πολιτικά πάθη της εποχής, οι έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ των κομμάτων, αλλά και η ζωή της επαρχίας φαίνεται πως τον επηρεάζουν βαθιά. Η ανάγκη φυγής από μία ελληνική πολιτική πραγματικότητα που τον απογοήτευε βαθιά και που δεν έπαψε να στιγματίζει, με αποκορύφωμα την σκληρή αντιπαλότητα του λίγα χρόνια αργότερα με την κυβέρνηση του Χαριλάου Τρικούπη και τον ίδιο. Μεγάλη παρουσιάζεται και η απέχθεια του Ποταγού για τον τρόπο λειτουργίας των πολιτικών φατριών και το χαμηλό πολιτικο-κοινωνικό αλλά και ηθικό επίπεδο του λαού –και ιδιαίτερα εκείνο των συγγενών και των συντοπιτών του στην Αρκαδία.
Γράφει χαρακτηριστικά ο ίδιος
«…απέληξα εις περιηγήσεις επί τη ελπίδι ότι αν εξ αυτών σώος διηρχόμην ηδυνάμην ηθικώς εν τη πατρίδι να χρησιμεύσω, και αν εχανόμην, εις έντιμον στάδιον ήθελον αποθάνει».
Αρκετά όμως είναι τα στοιχεία που φανερώνουν ότι για το μεγάλο εξερευνητικό εγχείρημα του Ποταγού δεν λειτούργησε μόνο ένα κίνητρο απογοήτευσης και φυγής σε συνδυασμό με την αναζήτηση της περιπέτειας και του «ζην επικινδύνως».
Με άλλα λόγια, ο Ποταγός δεν έγινε εξερευνητής για ανάλογους λόγους που κάποιοι την ίδια εποχή επιλέγουν την Λεγεώνα των Ξένων.
Κίνητρα που έχουν να κάνουν τόσο με τη δόξα της πατρίδας του όσο και με την «προσφορά προς τον Άνθρωπο» είναι φανερά, έστω κι αν συνάγεται έμμεσα, αφού αυτά πολύ λίγο διακηρύσσονται από τον ίδιο.
Σε ένα σημείο της γαλλικής μόνο έκδοσης, γράφει ο Ποταγός, «διακινδύνευσα τη ζωή μου για την τιμή της χώρας μου, που δεν πρέπει να αντιπροσωπεύεται μόνο από το έδαφος μας και τα ένδοξα ερείπια μας, αλλά από εμάς τους ίδιους στην προσπάθεια μας να γίνουμε αντάξιοι των προγόνων μας».
Αναφέρθηκε ήδη πως ως νεαρός γιατρός στο Παρίσι, ο Ποταγός απέσπασε την γενική εκτίμηση των συναδέλφων του και διακρίσεις από την γαλλική κυβέρνηση για την αλτρουϊστική του δράση κατά τη μεγάλη επιδημία της χολέρας.
Η ανθρωπιστική του συγκρότηση επιβεβαιώνεται πολλές φορές στα ταξίδια του, ιδιαίτερα στην αφρικανική ήπειρο, όπου είναι φανερή η σταθερή του εμμονή να αναζητήσει και να εισηγηθεί τρόπους που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους λαούς αυτούς.
Είναι χαρακτηριστικό πως απηύθυνε επιστολή στον Βασιλέα του Βελγίου (και πρόεδρο τότε όλων των γεωγραφικών εταιρειών του κόσμου) στην οποία, αφού στιγμάτιζε την ερήμωση της Αιθιοπίας εξ’ αιτίας της σωματεμπορίας των Αράβων, προτείνει την εισαγωγή του εμπορίου μέσω ενός δικτύου σταθμών που μάλιστα εκείνος υπεδείκνυε και που θα μπορούσαν να επεκταθούν βαθμηδόν από τα παράλια προς το εσωτερικό, «ποιούντες τρόπους δι ων να προκαλήται η θέλησις των αγρίων εις την αποδοχήν του πολιτισμού».
Ισως η αντίληψη του «εκπολιτισμού μέσω του εμπορίου» ακούγεται σαν μια φανερά «νέο-αποικιοκρατική» και ελάχιστα αθώα προσέγγιση. Αν αναλογισθούμε όμως τα χαρακτηριστικά της εποχής, το στυγνό πρόσωπο και τον χαρακτήρα καθαρής λεηλασίας που είχε το αποικιακό μοντέλο του 19ου αιώνα, καταλαβαίνουμε ότι ο Ποταγός εμφορείτο από ένα ιδεώδες που απείχε από την αντίληψη και τη στρατηγική των αποικιοκρατικών χωρών –τουλάχιστον την εποχή εκείνη.
Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το ανεξάρτητο του χαρακτήρα του και τη γαλλική παιδεία του, εντείνει την καχυποψία και την υποτίμηση που αντιμετώπισε ο Ποταγός από την πλευρά της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
Καχυποψία και υποτίμηση που εκφράζονται τόσο μέσα από τον (κατευθυνόμενο από τις αποικιοκρατικές αρχές) Τύπο των Ινδιών όσο και από την Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία του Λονδίνου.
«Εννόησα ότι ενέπεσα εν Λονδίνω εις χείρας εγωισμού φθόνου και ασπλαχνίας» γράφει αναφερόμενος στη συνάντηση και την επιστημονική φιλονικία του με δύο εξέχοντα μέλη της Γεωγραφικής Εταιρείας, τον συνταγματάρχη Ζιούλ (μεταφραστή και θαυμαστή του Μάρκο Πόλο) και του κ. Ρουϊλσων (Rawilson), δάσκαλο και σύμβουλο του Πρίγκηπος της Ουαλίας.
Ο πρώτος συγκρούεται μαζί του υπερασπιζόμενος την αυθεντικότητα του δρομολογίου του Μάρκο Πόλο, που ο Ποταγός αμφισβήτησε με στοιχεία από το δικό του ταξίδι.
Ο δεύτερος του ζήτησε να αναιρέσει από το άρθρο του τις αναφορές στους αρχαίους συγγραφείς «επειδή μ’αυτά είχε ασχοληθεί εκείνος»!
Αντίθετα, στη Γαλλία και τη Γεωγραφική Εταιρεία των Παρισίων ο Ποταγός αντιμετωπίστηκε με εκτίμηση και αποδοχή και δημοσιεύτηκε το άρθρο του για την διάβαση του Παμίρ –όπως άλλωστε αργότερα και το βιβλίο του.
Οι γαλλικές εφημερίδες της εποχής αρχίζουν να γράφουν για τον Ελληνα Οδυσσέα.
Στην «Debat», διαβάζουμε επι λέξει: ‘’…οι περιηγήσεις των Λίβινγκστον και Στάνλευ απέκτησαν όνομα. Μα την επιστημονική ωφέλεια είχε μονάχα η περιήγηση του Παναγιώτη Ποταγού...’’ Ο εξερευνητής Ουζφάλβι αποκαλεί τις περιηγήσεις του Ποταγού «καταπληκτικά ταξίδια».
Ο Γενικός γραμματέας της εταιρείας κ. Maunoir, παρά το ότι αρχικά είχε αμφισβητήσει τον εμπειρικό ορισμό γεωγραφικών θέσεων που έκανε ο Ποταγός χωρίς τη χρήση αστρονομικών εργαλείων, στη συνέχεια τον συνεχάρη ενθουσιασμένος, αφού ο περιηγητής Ζιούνκ επιβεβαίωσε πλήρως τις θέσεις (για την περιοχή γύρω από το Νείλο).
Η κορυφαία του στιγμή είναι η βραβευσή του από τον βασιλέα του Βελγίου, που είναι τότε πρόεδρος της Παγκόσμιας Γεωγραφικής Εταιρείας. Τον προσκαλεί, τιμής ένεκεν, στις Βρυξέλλες για να υπογράψει στη Χρυσή Βίβλο των εξερευνητών, η μέγιστη τιμή για έναν ταξιδευτή.
Είναι χαρακτηριστικό του ψυχισμού και της ιδιοσυγκρασίας του Ποταγού πως αντί με το ονομά του υπογράφει ‘’Είς Έλλην’’
Στην γαλλική έκδοση των «Περιηγήσεων» συνετέλεσαν και δύο διαπρεπείς
Γάλλοι επιστήμονες με τις παρατηρήσεις και τις σημειώσεις τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι πρόκειται για δύο ιστορικούς (και όχι γεωγράφους), τον Emile Burnouf, επίτιμο διευθυντή της Γαλλικής Σχολής των Αθηνών και τον Alfred Maury, μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας του Παρισιού αλλά καθηγητή της Ιστορίας στο College de France.
Η θετική αυτή αντιμετώπιση του Ποταγού από τους Γάλλους είναι εύλογη αν λάβουμε υπόψη το στοιχείο ότι τόσο στην Ασία όσο και στην Αφρική, ο Ποταγός περιηγήθηκε κυρίως σε περιοχές που ανήκαν στην ανταγωνίστρια Βρετανική Αυτοκρατορία ή στην ευρύτερη σφαίρα όπου εστιαζόταν το αγγλικό ενδιαφέρον.
Η αδιαφορία –και σε κάποιες περιπτώσεις εχθρότητα- εκ μέρους των ελληνικών Αρχών, μπορεί κι αυτή να ερμηνευτεί τόσο από την έντονα αντικυβερνητική στάση του Ποταγού όσο και από το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος λειτουργούσε περίπου ως βρετανικό προτεκτοράτο, αλλά και από το γεγονός αυτόκαθαυτό πως οι δραστηριότητες του Ποταγού είναι περίπου ακατανότητες και αντιμετωπίζεται ως ένας γραφικός τρελός.
Είναι χαρακτηριστικό πως επιστρέφοντας στη Ελλάδα το 1883, πάμφτωχος μια και έχει σπαταλήσει την προσωπική του περιουσία χρηματοδώντας τα ταξίδια του, συναντά την αδιαφορία των κρατικών ιθυνόντων, παρόλη την παρέμβαση του βασιλέα Γεωργίου.
Αυτή του η περιήγηση στην Ελληνική Γραφειοκρατία είναι και η πιο δύσκολη.
Οι σημειώσεις του τελευταίου ταξιδιού του με ορμητήριο το Σουέζ και οδηγό τη φορά αυτή τη Βίβλο, στην Αραβική Χερσόνησο με κατάληξη τα Άδανα της Κιλικίας, και οι οποίες έχουν αποστειλεί από την Γαλλική Γεωγραφική Εταιρεία μέσω της πρεσβείας μας στη Γαλλία έχουν χαρακτηριστεί ως παλαβομάρες , και έχουν καταχωνιαστεί κάπου στο Υπουργείο Παιδείας, όπως πληροφορείται από τον ίδιο τον Υπουργό Δημήτριο Βουλπίωτη!! Πλήρη αδιαφορία και άρνηση επιφέρει και η εκκλησή του να εργαστεί ως έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, ώστε με τα χρήματα που θα κέρδιζε να βελτίωνε και να εξέδιδε το σύγγραμμά του που είναι ο μεγάλος του στόχος.
Βέβαια να σημειωθεί ότι την ίδια θέση διεκδικεί και παίρνει τελικά ο σπουδαίος Εμμανουήλ Ροίδης ο οποίος είναι όμως μεγάλος υποστηρικτής του Τρικούπη.
Οση άρνηση βρίσκει από το Ελληνικό Κράτος τόση συμπαράσταση βρίσκει, αναπάντεχα για τον ίδιο, από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και την Ιατρική Σχολή. Την εποχή εκείνη πρύτανις έχει εκλεγεί ο Παναγιώτης Κυριακός, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής, ένα φωτισμένο μυαλό με ευρωπαϊκές αντιλήψεις. Στη συνάντηση που είχαν, ο Ποταγός του μίλησε για το σύγγραμμά του και το εκτενές κείμενο που είχε αποστείλει και προς την τότε πρυτανεία η Γεωγραφική Εταιρεία της Γαλλίας. Ο Κυριακός έδωσε αμέσως εντολή να βρεθεί ο φάκελλος. Ύστερα από επίπονη έρευνα εντοπίστηκε καταχωνιασμένος σε κάποιο συρτάρι.
Αμεσα υποβάλλει προς την ακαδημαική σύγκλητο ενθουσιώδη αναφορά. Η τελευταία, ενέκρινε ομόφωνα πίστωση ύψους 5.000 δρχ για την έκδοση του βιβλίου.Μετά ταύτα ο Κυριακός επισκέφθηκε τον Βουλπιώτη, του ανακοίνωσε την απόφαση της συγκλήτου και του ζήτησε να τον βοηθήσει στην έκδοση του πονήματος. Η έκπληξή που δοκίμασε ήταν μεγάλη. Ο υπουργός αρνήθηκε να εγκρίνει την πίστωση και στην παρατήρηση του Κυριακού ότι λόγω των πολύχρονων εξερευνητικών ταξιδιών του δεν είχε πλέον χρήματα για να προχωρήσει στην έκδοση, ο Βουλπιώτης εκστόμισε το αμίμητο:-Περίμενε τόσα χρόνια. Ε ας περιμένει μερικά ακόμη!!
Ο Κυριακός επιμένει και τελικά το περισπούδαστο αυτό έργο, με τίτλο «Περίληψις περιηγήσεων Ποταγού», εκδόθηκε σε ογκώδη τόμο 708 σελίδων, με δαπάνες του Πανεπιστημίου το 1883.
Δύο χρόνια αργότερα, μεταφράστηκε και στα Γαλλικά. Η ένδειξη «τόμος Α’» που φέρει το εξώφυλλο, δείχνει ότι ο Ποταγός σκόπευε να εκδώσει και δεύτερο τόμο. Δυστυχώς, ο δεύτερος αυτός τόμος δεν είδε ποτέ το φώς της δημοσιότητας. Αγνωστο γιατί. Εχουμε την μαρτυρία του Κόντογλου. Ο της εποχής μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών Μεθόδιος Κοντοστάνος, σε επιστολές του αναφέρει ότι κάποτε ο Ποταγός-που ζούσε τότε στην Κέρκυρα-αναχώρησε μέσω Αθηνών για το Παρίσι. Εκεί έμεινε για λίγο και επέστρεψε.
Ο Κοντοστάνος υποθέτει ότι προσπάθησε να πετύχει τη δημοσίευση του δεύτερου τόμου, χωρίς να τα καταφέρει ποτέ.
Ο Ποταγός παραμένει ξεχασμένος στην Κέρκυρα στο χωριό Νύφες πεθαίνοντας 20 χρόνια μετά στις 13 Φεβρουαρίου 1903. Μαζί του και τα καταορθωματά του μέχρι να τα ξαναφέρι στο φώς ο Φώτης Κόντογλου.
Η συμβολή του Ποταγού στη γεωγραφική γνώση της εποχής του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την περιοχή της κεντρικής Ασίας είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Αδιαμφισβήτητη είναι η αξία που έχει κυρίως το εθνολογικό (ανθρωπολογικό) μέρος του έργου του, για το οποίο συγκεκριμένα και αναγνωρίστηκε από την Γεωγραφική Εταιρεία του Παρισιού.
Αντίθετα, η μη χρήση από τον «ερασιτέχνη» Ποταγό των καθιερωμένων μεθόδων και κυρίως των αστρονομικών και βαρομετρικών οργάνων μέτρησης και υπολογισμών της εποχής του, του αφαίρεσε τη δυνατότητα της ευρείας αναγνώρισης στην γεωγραφική επιστημονική κοινότητα της Ευρώπης.
Στην Αφρική μετά τον Σβάινφουρτ και τον Πέτερικ είναι ο τρίτος κατά σειράν που μελέτησε την τότε πολυπληθή φυλή των Νιάμ-Νιάμ. Ανακαλύπτει και χαρτογραφεί για 725 χιλιόμετρα τον Μπόμου, ο οποίος διαγράφει μαζί με τον Ουμπάνγκι τα φυσικά όρια μεταξύ της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας και του Ζαΐρ.
Αδιαμφισβήτητη είναι η αξία που έχει κυρίως το εθνολογικό (ανθρωπολογικό) μέρος του έργου του, για το οποίο συγκεκριμένα και αναγνωρίστηκε από την Γεωγραφική Εταιρεία του Παρισιού.
Αντίθετα, η μη χρήση από τον «ερασιτέχνη» Ποταγό των καθιερωμένων μεθόδων και κυρίως των αστρονομικών και βαρομετρικών οργάνων μέτρησης και υπολογισμών της εποχής του, του αφαίρεσε τη δυνατότητα της ευρείας αναγνώρισης στην γεωγραφική επιστημονική κοινότητα της Ευρώπης.
Ως ιδιαίτερα σημαντική πρέπει να αξιολογηθεί η πολύ δύσκολη διάβαση του Παμίρ και η εξερεύνηση της ευρύτερης περιοχής από το Καφριστάν μέχρι το Παμίρ που –εκτός των άλλων- επέτρεψε στον Ποταγό να καταρρίψει πολλές ανυπόστατες αναφορές του Μάρκο Πόλο για αυτές τις περιοχές, που συνέχιζαν μέχρι εκείνη την εποχή να θεωρούνται αξιόπιστες.
Το γεγονός ότι οι περιοχές αυτές της κεντρικής Ασίας παρέμεναν τόσο άγνωστες στο δυτικό κόσμο, δεν οφειλόταν τόσο στις πολύ δύσκολες φυσικές συνθήκες και την απομόνωση τους όσο στην εχθρότητα με την οποία αντιμετωπίζονταν οι δυτικές δυνάμεις και οι αποστολές τους.
Αντίθετα, η ελληνική υπηκοότητα λειτουργούσε πάντα, όπως άλλωστε και σήμερα, σαν «διαβατήριο» στα μέρη αυτά, εξ αιτίας της «αλεξανδρινής κληρονομιάς», και το συγκριτικό του αυτό πλεονέκτημα ο Ποταγός κατάφερε να το αξιοποιήσει πλήρως.
Έχοντας φιλοξενηθεί διαδοχικά στις αυλές των βασιλιάδων (εμίρηδων) όλων των σημαντικών πόλεων του Αφγανιστάν (Εράτ, Καμπούλ και Φεϊζαμπάτ), ο Ποταγός καταφέρνει να μας δώσει πολλά στοιχεία για την «χώρα-κλειδί» της κεντρικής Ασίας. Επιχείρησε κυρίως να συνδέσει τόσο τους τόπους όσο και τους λαούς με τις αναφορές που περιέχονται στην αρχαία γραμματεία, στον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Αρριανό, τον Πτολεμαίο, και τον Στράβωνα.
Πολύ ξεχωριστά ελληνικό ενδιαφέρον έχουν οι διάφορες πληροφορίες που μας δίνει για την επιβίωση στα μέρη αυτά ελληνικών πολιτισμικών στοιχείων.
Στην Εράτ του Δυτικού Αφγανιστάν για παράδειγμα, αναφέρει ότι χρησιμοποιούνται ακόμα κάποιες ελληνικές λέξεις και το στάδιον ως μέτρο αποστάσεων.
Στην Καμπούλ και τη Φεϊζαμπάτ οι εμίρηδες κατείχαν πολλές μεταφράσεις των Αρχαίων και ακολουθούσαν το αστρονομικό σύστημα του Πτολεμαίου, τα Φυσικά του Αριστοτέλη, την ιατρική του Ιπποκράτη και του Γαληνού, ενώ ο Πλάτωνας είχε σχεδόν αγιοποιηθεί.
Πολύτιμες –αν και συνοπτικές- είναι τέλος και οι πληροφορίες για αρχαιολογικά ευρήματα, ελληνικά νομίσματα, αλλά κυρίως για ήθη και έθιμα λαών του Αφγανιστάν με φανερές ελληνικές καταβολές, ιδιαίτερα των Καφριστανών (απίστων) που ο Ποταγός γνώρισε δύο δεκαετίες πριν από τον υποχρεωτικό εξισλαμισμό τους (το 1896) που εξαφάνισε τα περισσότερα από τα ελληνικά στοιχεία που ακόμα επιβίωναν σ’αυτούς.
Αποτελεί σίγουρα μεγάλο ατύχημα για τη λαογραφία, το γεγονός ότι ο Παναγιώτης Ποταγός μπόρεσε να εκδώσει μόνο τον πρώτο τόμο των «Περιηγήσεων» του, που περιλαμβάνει την εξιστόρηση των ταξιδιών του.
Ο δεύτερος τόμος (όπως μας πληροφορεί στον πρόλογο του πρώτου) θα περιείχε την περιγραφή των ηθών, των εθίμων, των θρησκειών και της ιστορίας των λαών που γνώρισε. Αφορούσε με λίγα λόγια μια γνώση εθνολογική που σήμερα θα ήταν απείρως πιο πολύτιμη από αυτήν που μας κληροδότησε με το μοναδικό βιβλίο του.
Δυστυχώς τόσο η μικροψυχία και η ανεπάρκεια του ελληνικού κράτους τότε, που –παρά τις επίμονες προσπάθειες και διαβήματα του Ποταγού- δεν βοήθησε να πραγματοποιηθεί η έκδοση αυτή, στέρησε την νεοελληνική βιβλιογραφία από έναν πολύτιμο θησαυρό.
Κατά τον Φώτη Κόντογλου (ο οποίος στο έργο του «Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι» επιχείρησε μία βιογραφική προσέγγιση του Ποταγού), τα ανέκδοτα χειρόγραφα που βρισκόταν στο σπίτι του Ποταγού στις Νυφές της Κέρκυρας καταστράφηκαν από τους κληρονόμους του!
«Γύρεψα να’βρω τίποτα τετράδια γραμμένα από το χέρι του, μα μου’πανε πως δεν υπάρχουνε, γιατί, σα μάθανε οι συγγενείς του από τη Βυτίνα πως πέθανε, πήγανε στις Νυφές για να τον κληρονομήσουνε, και μη βρίσκοντας τα πετράδια και τα πλούτη, που νομίζανε πως είχε κρυμμένα, ξεσκίσανε από τη μανία τους ό,τι χαρτιά πέσανε στα χέρια τους».