Σάββατο 7 Ιουνίου 2008
Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008
Τρίτη 3 Ιουνίου 2008
Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008
Κυριακή 1 Ιουνίου 2008
Η μέθοδος του περιδέραιου
Σύμφωνα με το Πρόγραμμα Μετανάστευσης του Αφρικανικού Νότου, η Νότια Αφρική, η Μποτσουάνα και η Ναμίμπια είναι οι πιο ξενοφοβικές χώρες στον κόσμο. Και ο λαός με τα σκληρότερα αισθήματα απέναντι στους μετανάστες είναι οι Νοτιοαφρικανοί.
Την αποκαλούν «μέθοδο του περιδέραιου». Και συνίσταται στο να περνάς από τον λαιμό του θύματος ένα λάστιχο γεμάτο με πετρέλαιο και να του βάζεις φωτιά. Την εποχή του απαρτχάιντ, μαύροι εξτρεμιστές χρησιμοποιούσαν αυτή την τεχνική για να τιμωρήσουν τους συνεργάτες τού καθεστώτος. Τώρα, τη χρησιμοποιούν για να εκδικηθούν τους πρόσφυγες από τη Ζιμπάμπουε που κλέβουν τις δουλειές από τους ντόπιους. «Λυπάμαι που σκοτώθηκαν άνθρωποι» λέει ένας νεαρός που μένει στο Κλίβελαντ, ένα νότιο προάστιο του Γιοχάνεσμπουργκ. «Αλλά έπρεπε να φύγουν. Δεν έχουν κανένα δικαίωμα να παίρνουν τις δουλειές μας. Ας πάνε πίσω στη Ζιμπάμπουε να λύσουν εκεί τα προβλήματά τους, αντί να τα μεταφέρουν εδώ. Αρκετούς μπελάδες έχουμε». Η άμεση αιτία των ταραχών της τελευταίας εβδομάδας, από την οποία έχουν βρει τον θάνατο 24 άνθρωποι, είναι η απελπισία πολλών φτωχών Νοτιοαφρικανών που ζουν σε απάνθρωπες συνθήκες. Οι ανισότητες στη χώρα αυτή είναι οι μεγαλύτερες στον κόσμο. Από αυτή την άποψη, οι μαύροι που επιτίθενται σε μαύρους στο Γιοχάνεσμπουργκ δεν είναι πολύ διαφορετικοί από τους λευκούς που επιτίθενται σε σκούρους στα περίχωρα της Νάπολι. Αλλά αυτό είναι ένα μέρος μόνο της εικόνας. Ο «μαύρος ρατσισμός» υπήρχε ήδη από την εποχή της αποικιοκρατίας και με το απαρτχάιντ οξύνθηκε ακόμη περισσότερο. Όπως γράφει στην Γκάρντιαν ο Σον Τζέικομπς, συγγραφέας του βιβλίου «Ο κόσμος του Τάμπο Μπέκι», οι προοδευτικοί νόμοι που έχουν ψηφιστεί για τη σεξουαλικότητα, τη θανατική ποινή ή τη μετανάστευση ήταν πρωτοβουλία μιας μικρής μειοψηφίας της πολιτικής τάξης. Ο λαός της Νότιας Αφρικής είναι συντηρητικός και, από κοινωνική άποψη, δεξιός, το αποδεικνύουν όλες οι έρευνες. Τα ξενοφοβικά αισθήματα είναι υψηλά παρά τη σχετικά μικρή επαφή με ανθρώπους από άλλες χώρες. Η κυβέρνηση δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το πώς μπορεί να απαντήσει σε αυτές τις ακρότητες, λέει στη Ρεπούμπλικα ο γνωστός συγγραφέας Αντρέ Μπρινκ («Κοιτάζοντας στο σκοτάδι», «Η άλλη πλευρά της σιωπής», Εκδ. Χατζηνικολή). Υπάρχει ένα είδος συλλογικής υστερίας, που μεταδίδεται σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού. Η αστυνομία δεν μπορεί να κάνει τίποτα, οι δυνάμεις της τάξης είναι διεφθαρμένες, οι λίγοι εγκληματίες που συλλαμβάνονται αφήνονται αμέσως ελεύθεροι. Η κατάσταση δεν μπορεί παρά να επιδεινωθεί. Αλλά ο Μπρινκ είναι αισιόδοξος. Ο γιος του έζησε επτά χρόνια στην Καραϊβική και τώρα θέλει να γυρίσει πίσω επειδή η εγκληματικότητα εκεί είναι πολύ μεγάλη. Στους δρόμους της Νότιας Αφρικής συναντά κανείς καθημερινά εξαιρετικούς ανθρώπους, αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι αυτοί θα αναλάβουν την εξουσία, άλλη λύση δεν υπάρχει. Ή μάλλον υπάρχει, και λέγεται Κόλαση.
Του Μιχάλη Μητσού , δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ
Δέστε επίσης το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ των New York Times που ακολουθεί
New York Times Video
'Who'll look after my little ones when I'm gone?'
Υπάρχει κάτι σπουδαιότερο από το δικαίωμα στη ζωή?
Η απάντηση στο συγκλονιστικό ρεπορτάζ του Guardian.
Video: Critically ill and trapped in Gaza World news guardian.co.uk
«Εν αρχή ην ο λόγος»
Του Κων. Τσουκαλά
Το καυστικό χιούμορ και η ποιητική εμβέλεια συνθημάτων, όπως «απαγορεύεται να απαγορεύεις», «συμμετέχω, συμμετέχεις, συμμετέχει, συμμετέχομεν, συμμετέχετε, κερδίζουν», αντιστοιχούν σε ένα νέο πολιτιστικό βίωμα.
Το σωτήριο έτος 1968 δεν σφραγίστηκε μόνο από τον παρισινό Μάη. Σε έναν και μόνο χρόνο η ιστορία έμοιαζε να αλλάζει ρου και να ξαναρχίζει από την αρχή. Η θυσία του Τσε στις ζούγκλες της Βολιβίας υπόσχεται να βρει έναν, δύο η χίλιους μιμητές. Οι σφαγές του Μάι-Λάι και η επίθεση του Τετ αναγγέλλουν το τέλος του πόλεμου του Βιετνάμ. Η δολοφονία του Ρόμπερτ Κέννεντυ και του Λούθερ Κινγκ δρομολογεί τη «Μαύρη Δύναμη» που θα γκρεμίσει το κράτος των φυλετικών διακρίσεων. Ο Μάο και ο Λιν Πιάο ολοκληρώνουν την κινεζική «πολιτιστική επανάσταση». Τα «χορευτικά» τανκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας πνίγουν την Ανοιξη της Πράγας στο αίμα. Η «Φράξια του Ερυθρού Στρατού» στη Γερμανία και οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» στην Ιταλία προοιωνίζονται την εγκατάσταση της τρομοκρατικής βίας στους κόλπους της παλαιάς Ευρώπης. Και ταυτόχρονα, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Μιλάνο, στο Τόκιο, στο Μπέρκλεϋ, στο Γούντστοκ, στην Πόλη του Μεξικού και όπου αλλού υπάρχουν γονείς, τα μαζικά φοιτητικά και νεολαιίστικα κινήματα ορθώνουν πραγματικά και συμβολικά οδοφράγματα ενάντια στους αυτοματισμούς της κατεστημένης εξουσίας και κουλτούρας των πρεσβυτέρων. Σε όλα τα μέρη του κόσμου, εξεγειρόμενοι πετροβολώντας, απολαμβάνοντας το σώμα τους και τραγουδώντας την ελευθερία τους, οι νέοι διατρανώνουν εν χωρώ την αγανάκτησή τους για το σήμερα και διεκδικούν την έλευση μιας «άλλης» κοινωνίας και μιας «άλλης» ζωής «τώρα, εδώ και αμέσως».
Οι σιωπηλές πλειοψηφίες
Σαράντα χρόνια αργότερα, δικαιούται κανείς να θέτει το ερώτημα «τι έμεινε» από την πρωτόγνωρη αυτή έκρηξη ιδεών, προτάσεων και ελπίδων. Στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσώπησης η απάντηση ήλθε γρήγορα. Η εκλογή του Ρίτσαρντ Νίξον στην προεδρία των ΗΠΑ και οι εκλογικές νίκες της Δεξιάς στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιταλία έδειξαν ότι οι συντηρητικές και έμφοβες σιωπηλές πλειοψηφίες των μεγάλων δυτικών δημοκρατιών παρέμεναν ισχυρότερες παρά ποτέ. Ταυτόχρονα, η σοβιετική εξουσία φαινόταν ακόμα ακλόνητη. Το παγκόσμιο σύστημα των εξουσιών δεν μετακινήθηκε και ο Ψυχρός Πόλεμος εξακολούθησε να μαίνεται στη βάση μιας ολοένα και πιο ανατριχιαστικής «ισορροπίας του τρόμου». Αντίθετα, στο στρατόπεδο των «αντιφρονούντων» οι επιπτώσεις του μοιραίου έτους 1968 στις συνειδήσεις ήταν εμφανείς: εκεί, τίποτε δεν μπορούσε να είναι όπως πριν. Αντίθετα με τον καπιταλισμό που υγίαινε, οι αρνητές του βρίσκονταν σε πλήρη αποπροσανατολισμό. Μπροστά στο διευρυμένο φάσμα των προκείμενων ιδεολογικών επιλογών, η εν ευρεία έννοια Αριστερά κατακερματιζόταν σε αλληλοσπαρασσόμενες ομάδες. Και εάν ακόμα ήταν κατά καιρούς δυνατόν να αναπτυχθούν κάποιες μορφές κοινής κινητοποίησης από τους αμετανόητους σοβιετόφιλους, τους ευρωκομουνιστές, τους ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες, τους τροτσκιστές, τους λαμπερτιστές, τους μαοϊκούς, τους φοκιστές οπαδούς του Τσε, τους αναρχικούς, τους αντάρτες των πόλεων και τους σιτουασιονιστές ο στρατηγικός διάλογος ανάμεσά τους φαινόταν πια αδιανόητος. Ειρωνικά, η σημαντικότερη μετά το τέλος του δευτέρου πολέμου έκρηξη των κοινωνικών συνειδήσεων σε οικουμενική κλίμακα εκφράστηκε με τη μορφή μιας προϊούσας αποδυνάμωσης όλων των παραδοσιακών μορφών συντονισμού της συλλογικής πολιτικής δράσης.
Κοινωνικά κινήματα
Βέβαια, ειδικά στη Γαλλία, ορισμένα αποτελέσματα υπήρξαν άμεσα και χειροπιαστά. Εν μια νυκτί οι απεργούντες μισθωτοί είδαν την προς στιγμήν πανικόβλητη εργοδοσία να συναινεί στην αύξηση του ελάχιστου εργατικού μεροκάματου κατά 35%, των μισθών κατά 20% και των αγροτικών μεροκάματων κατά 60%, _ στη μεγαλύτερη δηλαδή «αναπροσαρμογή» των απολαβών τους μετά το λαϊκό μέτωπο του 1936. Ομως, μετά τη λήξη των απεργιών τον Ιούνιο, η κατάσταση εξομαλύνθηκε γοργά. Βαθμιαία λοιπόν, και από τη στιγμή που διασπάστηκε το «απειλητικό» μέτωπο του εργαζόμενου λαού με τους εξεγερμένους νεολαίους, οι κατακτήσεις θα αποδυναμωθούν, θα πνιγούν και θα ξεχαστούν. Αντίθετα, οι ιδέες του Μάη παρέμεναν ζωντανές, τόσο ως προς το περιεχόμενο των κοινωνικών αιτημάτων όσο και ως προς τις οργανωτικές μορφές των κινητοποιήσεων. Για πρώτη φορά, η κατά παράδοσιν οικονομίστικη ανάγνωση της πολιτικής θα συμπληρωθεί με νέες παραμέτρους όπως η οικολογία, το περιβάλλον, οι μορφές κατανάλωσης, η καθημερινή ζωή κ.λπ. Και ταυτοχρόνως, επίσης για πρώτη φορά, δίπλα στις παραδοσιακές πολυθεματικές κομματικές και συνδικαλιστικές μορφές κινητοποίησης θα κάνουν την εμφάνισή τους τα διάφορα μονοθεματικά κοινωνικά κινήματα, όπως το φεμινιστικό κίνημα, τα κινήματα των ομοφυλοφίλων και των καταναλωτών ή αντι-καταναλωτών, τα κινήματα για την απελευθέρωση της σεξουαλικότητας και της εκπαίδευσης, το αντιψυχιατρικό κίνημα, τα κινήματα παρέμβασης στο σωφρονιστικό σύστημα ή ακόμα και τα κινήματα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η επινοητική φαντασία
Ομως, η απαγκίστρωση της πρόσληψης του πολιτικού από τους προαιώνιους αυτοματισμούς που το περιόριζαν στους όρους της τυπικής αντιπροσώπευσης οδήγησε σε νέες αμφισημίες. Ειρωνικά, περισσότερο από τα οργανωμένα κόμματα και το Κράτος, ήταν ο κερδώος χώρος της καπιταλιστικής παραγωγής εκείνος που κατόρθωσε να ενστερνισθεί και να οικειοποιηθεί αποτελεσματικά ορισμένες τουλάχιστον από τις αντιαυταρχικές, αντιγραφειοκρατικές, αντιεξουσιαστικές και αυθορμητιστικές συνθηματολογίες. Πολλοί λόγοι, ανάμεσα στους οποίους ο κατακερματισμός του σώματος των μισθωτών σε αδιάβροχες ανταγωνιστικές κατηγορίες, η εξατομίκευση των επιλογών και των ευθυνών και το τέλος του φορντισμού και του τεηλορισμού σηματοδοτούσαν τη σχετική τουλάχιστον αποδυνάμωση των τυποποιημένων μορφών μαζικής εργασιακής πειθαρχίας. Στο εξής, το αίτημα για αύξηση της παραγωγικότητας θα συναρτηθεί με την ελεύθερη, ευέλικτη και κινητική αυτοοργανωτική ικανότητα των ίδιων των εργαζομένων. Παραδόξως λοιπόν, έχοντας καταλαγιάσει στα αμφιθέατρα και στους δρόμους, οι ιδέες, η επινοητική φαντασία και ο απελευθερωμένος λόγος των πρωταγωνιστών του Μάη χρησιμοποιούνταν και ανακτούνταν από τα επιτελεία των ορκισμένων ταξικών τους εχθρών.
Με αυτήν την έννοια, τα ιστορικά όρια του παρισινού Μάη του '68 έμοιαζαν να πηγάζουν από την ίδια την ιδιαιτερότητα των ιδεών που εκκόλαψε. Πράγματι, ανεξάρτητα από τις δράσεις που γέννησε, ο λόγος του Μάη υπήρξε σε μεγάλο βαθμό μεσσιανικός, λειτουργώντας έτσι σαν αυτοσκοπός. Η εκπληκτική επινοητικότητα, το καυστικό χιούμορ και η ποιητική εμβέλεια συνθημάτων, όπως «η φαντασία στην εξουσία», «απαγορεύεται να απαγορεύεις», «συμμετέχω, συμμετέχεις, συμμετέχει, συμμετέχομεν, συμμετέχετε, κερδίζουν», «είμαστε μαρξιστές, της τάσης του Γκρούσο», «κάτω από τα παβέ» (οι πέτρινοι κύβοι που αποσπώνταν από τα οδοστρώματα για να εκτοξευθούν ενάντια στα όργανα της τάξης), «η αμμουδιά», «αφήστε τον φόβο του κόκκινου στα κερασφόρα ζώα», «αντικείμενο, κρύψου!», «τρέχα, σύντροφε, σε καταδιώκει ο παλιός κόσμος» αντιστοιχούν σε ένα νέο πολιτιστικό βίωμα όπου βασιλεύει μια άτυπη προφορικότητα που υπάρχει αφ' εαυτής και δίχως να «χρειάζεται» να αντιστοιχήσει σε συγκροτημένες μορφές δράσης. Ολα συνέβαιναν ως εάν «εν αρχή ην ο λόγος».
Μια άνευ όρων ασέβεια
Με αυτή την έννοια λοιπόν ο παρισινός Μάης του '68 υπήρξε η εμβληματική έκφραση μιας σύγκρουσης γενεών που ξεπερνούσε κατά πολύ το πεδίο μιας «τακτικιστικής» πολιτικής αντιπαράθεσης. Πέραν από το αίτημα της ανατροπής, το ύφος, ο λόγος, τα συνθήματα και οι μορφές έκφρασης και απόλαυσης διαποτίζονται από τη ριζικότητα μιας άνευ όρων ασέβειας προς κάθε είδους κατεστημένη βεβαιότητα. Η ιστορική αποτίμηση του Μάη είναι λοιπόν αναπόσπαστα δεμένη με τις ανεξίτηλες βιωματικές μνήμες και βουλήσεις που εξακολουθεί να ενεργοποιεί. Οσοι έζησαν τα γεγονότα από κοντά είναι αδύνατο να μην αναπολούν μιαν ανεπανάληπτη φαντασιωσική απελευθέρωση που ούτε αφέθηκε να εκφυλισθεί με την παγίωση γραφειοκρατικών εξουσιών ούτε συνοδεύθηκε από ανεξέλεγκτη βία, αίμα, τραγωδίες ή καταστροφές. Ο Μάης παραμένει το αρχετυπικό υπόδειγμα μιας έμμονης νοσταλγίας για αυτό που ο Ερνστ Μπλοχ αποκαλεί εκείνο-που-δεν-υπάρχει-ακόμα, μιας νοσταλγίας που για την ώρα (;) ούτε είναι ούτε μπορεί να ξαναγινεί αυτό που υπήρξε για τους νέους που είχαν την τύχη να τον απολαύσουν. Και με αυτή την έννοια ζει κυρίως μέσα από τις ανεξίτηλες μνήμες τους. Η εφετινή επέτειος των 40 ετών είναι λοιπόν ίσως η τελευταία που μπορεί ακόμα να τροφοδοτεί αφιερώματα με προσωπικές μαρτυρίες και καταθέσεις υπαρξιακών ισοζυγιών. Εις πείσμα των προόδων της ιατρικής επιστήμης, ήδη το 2018 οι νοσταλγοί-απόμαχοι των γεγονότων του Μάη θα είναι λιγότεροι και με πιο εξασθενημένη τη γεροντική τους μνήμη. Και όταν έλθει το σωτήριο 2068, η οποιαδήποτε αποτίμηση θα έχει πλέον εγκαταλειφθεί στα ψυχρά αποστασιοποιημένα χέρια των ανατόμων ιστορικών. Και τότε το «πνεύμα του Μάη» θα έχει οριστικά ενταφιασθεί. Οπως και να το κάνουμε, ακόμα και εάν φαίνεται να διαρκεί πολύ, το μέλλον δεν μπορεί να διαρκέσει επ' άπειρον.
Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην ειδική έκδοση του Βήματος «1968: Η Χρονιά που θα Αλλαζε τον Κόσμο»
The long sixties
Του Αντώνη Λιάκου
Ο Μάης ήταν ίσως το τελευταίο μεγάλο μανιφέστο της εργασίας ως ανθρώπινης ιδιότητας. Η τελευταία μεγάλη μάχη να αποσπαστεί η εργασιακή διαδικασία από τον έλεγχο της αγοράς.
To 1968 έχει τόσες ερμηνείες, όσες και οι διαδρομές των ανθρώπων που το έζησαν και τώρα μιλούν γι' αυτό. Η τωρινή επέτειος των 40 χρόνων έχει μια ένταση, ασυνήθιστη στις προηγούμενες δεκάχρονες επετείους. Ισως γιατί είναι η τελευταία ευκαιρία της γενιάς του '68 να μιλήσει, να νοσταλγήσει και να κάνει για άλλη μία φορά αυτοκριτική. Στην επόμενη επέτειο, σε 10 χρόνια, θα έχει αποχαιρετίσει ίσως τον δημόσιο χώρο. To «68» αναφέρεται στον γαλλικό Μάη, αλλά, ταυτόχρονα, και στην global διάστασή του: στη σύγκλιση πολιτικών και πολιτισμικών κινημάτων, με γενεαλογικά χαρακτηριστικά, που συνέβησαν στις δύο δεκαετίες, του '60 και του '70, και εκδηλώθηκαν στον Δυτικό, στον τότε Ανατολικό και στον τότε επίσης Τρίτο Κόσμο. Ολα αυτά ονομάστηκαν επίσης «the long sixties». Πρόκειται για ένα φαινόμενο με διεθνείς διαστάσεις, το δεύτερο μετά το κύμα αμφισβήτησης και εξεγέρσεων που προκάλεσε η ρωσική επανάσταση του 1917. Δεν είχε όμως ένα κέντρο όπως εκείνη, ούτε μία καθοδηγητική θεωρία. Ηταν ένα γεγονός που λειτουργούσε με αντικατοπτρισμούς, ταυτίσεις και διαφοροποιήσεις, που συνάρθρωνε διαμαρτυρίες και ελπίδες για διαφορετικά ζητήματα και ταυτόχρονα κατακερμάτιζε μεγάλα αφηγήματα, τόσο το αστικό όσο και το κομμουνιστικό.
Η διεκδίκηση της διαφοράς
Τα long sixties δεν είχαν πολιτικά άμεσα αποτελέσματα. Στο Παρίσι επανήλθε ο στρατηγός και στην Πράγα τα ρωσικά τανκς. Ωστόσο άλλαξαν τον κόσμο. Η σεξουαλική ανοιχτότητα, η διεκδίκηση της διαφοράς, ο φεμινισμός, η χειραφέτηση ως γενικό πρόταγμα, η προβολή της επιθυμίας, έκαναν τον κόσμο διαφορετικό, ακόμη και παρά τη λαίλαπα του HIV-AIDS και τον νεοσυντηρητισμό που ήλθε καπάκι στα '90s. Η κουλτούρα, το ροκ και τα παρακλάδια του, ο κινηματογράφος και οι τέχνες επαναδιαπραγματεύθηκαν τους θεμελιωτικούς ορισμούς τους και τη σχέση τους με το κοινό. Η έννοια της υποκειμενικότητας, σχεδόν υπό διωγμό ως τότε, ήλθε στο προσκήνιο, συζητήθηκε, εμπλουτίστηκε. Αναδύθηκαν νέες υποκειμενικότητες, δημιουργήθηκε το lifestyle προτού το απορροφήσει η διαφήμιση. Εγιναν επίσης μεγάλες αλλαγές στον χώρο της θεωρίας που επηρέασαν όλες τις επιστήμες, αλλά κυρίως τις κοινωνικές και τις ανθρωπιστικές. Από τη στροφή των χρόνων εκείνων ακόμη αρδεύουμε τους αγρούς μας. Γεννήθηκε η ιστορία «από τα κάτω», η προφορική ιστορία, η ιστορία του φύλου, οι ιστορικοί θέλησαν να δώσουν φωνή στους σιωπηλούς, αναγκάστηκαν να λογαριαστούν με θεωρίες που τραβούσαν τα ακροατήρια, όπως ο στρουκτουραλισμός και η ψυχανάλυση. Ο Μαρκούζε, ο Αλτουσέρ, ο Φουκό, ο Καστοριάδης, ο Μπουρντιέ, ο Ε. Π. Τόμπσον, ο Ρέιμοντ Γουίλιαμς, η σχολή της Φραγκφούρτης, ο Λακάν κ.ά., παρά τις μεταξύ τους διαφορές, τότε βρήκαν τα μεγάλα ακροατήρια. Γεννήθηκε ο μεταδομισμός και συγκροτήθηκε ό,τι θα ονομαζόταν αργότερα μετανεωτερική ρήξη. Ακόμη και τέσσερις δεκαετίες αργότερα, κινήματα διεθνή και πολύχρωμα, όπως της αντιπαγκοσμιοποίησης, των δικαιωμάτων, τα νέα κοινωνικά κινήματα των λεγόμενων μεταϋλικών αξιών, από τα long sixties έλκουν την καταγωγή τους. Και βεβαίως μεγάλες αλλαγές έγιναν στα πανεπιστήμια με τη δημιουργία του μαζικού δημόσιου Πανεπιστημίου και τον εκδημοκρατισμό των δομών του.
Αυτές τις μεγάλες μεταβολές σκεφτήκαμε στο περιοδικό Ιστορείν να τις συζητήσουμε μαζί με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, στο τρίπτυχο εκδηλώσεων «Μέρες του '68» που περιλαμβάνει κινηματογραφικό αφιέρωμα που θα γίνει στη Θεσσαλονίκη (Ολύμπιον, 5-14 Μαΐου) με ταινίες από τον Μάη και για τον Μάη, με καθημερινές προβολές και συζητήσεις, εικαστική έκθεση με τον τίτλο «Revolution, I love you» (λιμάνι Θεσσαλονίκης, 5-14 Ιουνίου) και διεθνές συνέδριο Ιστορίας, με πρώτη συζήτηση στη Θεσσαλονίκη (λιμάνι, 4 Ιουνίου) και τριήμερο συνεδριάσεων στην Αθήνα (Πανεπιστήμιο Αθηνών, 5-7 Ιουνίου) με 38 συνέδρους.
Ξεχασμένη πτυχή
Από την εποχή εκείνη που η ουτοπία φαινόταν να τρέχει στους δρόμους έχει κυλήσει πολύς χρόνος. Νομίζω ότι κανείς μας τότε δεν θα φανταζόταν τον κόσμο όπως θα γινόταν σήμερα. Ημασταν αντίθετοι στον γραφειοκρατικό σοσιαλισμό, αλλά κανείς δεν περίμενε ότι θα καταρρεύσει για να παλινορθωθεί ο καπιταλισμός. Ούτε κανείς ονειρευόταν το Διαδίκτυο και την ηλεκτρονική εποχή που θα ερχόταν, παρά τις συζητήσεις τότε για την «κυβερνητική». Αυτά τα ελάχιστα για τις αλλαγές.
Εκείνο όμως που θέλω να τονίσω για την εποχή αυτή, και κυρίως για τον Μάη του '68, είναι κάτι ξεχασμένο. Μία από τις κεντρικές αμφισβητήσεις ήταν ο καταμερισμός της εργασίας σε διευθύνοντες και εκτελεστές, σε διανοούμενους και χειρώνακτες, σε σκοπούς και μέσα. Ποιος ελέγχει τα μέσα και τους στόχους της παραγωγής και της επιστήμης; Το σύνθημα ήταν «αυτοδιεύθυνση και αυτοδιαχείριση». Αμφισβητούνταν ότι ο κόσμος έχει μία μόνο κατεύθυνση, μία αναγκαστική πορεία.
Ενα από τα συνθήματα ήταν «Η πρόοδος θα είναι αυτό που θέλουμε να είναι». Αμφισβητούνταν δηλαδή η μονογραμμικότητα της προόδου. Σήμερα αυτά μάς φαίνονται άσχετα με τις μέριμνές μας και εντελώς ουτοπικά. Ηταν και τότε, αλλά η ουτοπία ήταν μέσα στην γκάμα των δυνατοτήτων. Συνώνυμη του αδυνάτου θεωρείται σήμερα.
Γιατί έχει σημασία αυτή η ξεχασμένη πλευρά; Διότι έχει να κάνει με ένα βαθύτερο ανθρωπολογικό πρόβλημα που θα το βρούμε μπροστά μας. Ο Μάης ανέσυρε τη διπλή υπόσταση της εργασίας. Αφενός ως ιδιότητα των ανθρώπων, δηλαδή δεξιότητες, κοινωνικότητα, ταυτότητα επαγγέλματος, ρυθμός ζωής, αφετέρου, και παράλληλα, ως εμπόρευμα που υπόκειται στην αγορά. Εκείνο που βλέπουμε ιστορικά, από τη βιομηχανική επανάσταση ως σήμερα, είναι μια διελκυστίνδα ανάμεσα σε αυτές τις δύο υποστάσεις. Το επίδικο είναι ο έλεγχος της εργασιακής διαδικασίας.
Ο Μάης ήταν ίσως το τελευταίο μεγάλο μανιφέστο της εργασίας ως ανθρώπινης ιδιότητας. Η τελευταία μεγάλη μάχη να αποσπαστεί η εργασιακή διαδικασία από τον έλεγχο της αγοράς. Εκεί υπήρξε μια πολύ μεγάλη ήττα. Το αποτέλεσμα; Σαράντα χρόνια μετά, η εργασία δεν έχει πρόσωπο. Δεν έχει πρόσωπο ούτε στους κάμπους της Νότιας Ευρώπης όπου επανέκαμψε η δουλεία (βλ. στα καθ’ ημάς Μανωλάδα), αλλά ούτε στις άλλοτε προνομιακές θέσεις των στελεχών. Το πρόσωπο της εργασίας αναβοσβήνει με τον ρυθμό των αστραπιαίων ηλεκτρονικών μετακινήσεων κεφαλαίου. Το πρόσωπο της εργασίας και η τύχη χιλιάδων, συχνά εκατομμυρίων, ανθρώπων γίνονται φευγαλέα.
Ακούγονται ενδεχομένως παράξενα αυτά, αλλά οι περατότητες της ανθρώπινης κοινωνίας είναι ήδη ορατές. Ενδεχομένως η ουτοπία να είναι το τελευταίο καταφύγιο του ρεαλισμού, ακόμη κι αν το σύνθημα του Μάη «είμαστε ρεαλιστές, ζητάμε το αδύνατον» το απαλλοτρίωσε μια πολυεθνική αθλητικών ειδών.
Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην ειδική έκδοση του Βήματος «1968: Η Χρονιά που θα Αλλαζε τον Κόσμο»
Η χρονιά της αποτυχίας των προφητών
Του Eric Hobsbawm
Η Ιστορία δεν κάνει συνήθως τη χάρη στους μελετητές που θέλουν να την χωρίζουν σε ακριβείς περιόδους - καμιά φορά όμως τους λυπάται και τους χαρίζει χρονιές σαν το 1968, που ήταν ιστορικά σημαντική και για τους τρεις κόσμους στους οποίους αρέσκονταν οι παρατηρητές να διαιρούν τον πλανήτη μας κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου: ο «πρώτος κόσμος» ήταν ο κόσμος του δυτικού καπιταλισμού· ο «δεύτερος», ο κόσμος των κομμουνιστικών κρατών και ο «τρίτος», ο κόσμος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερική. Θα μπορούσε κιόλας να έχει επί τούτου σχεδιασθεί το 1968, ώστε να χρησιμοποιηθεί σαν ιστορικό ορόσημο.
Κανείς από όλους εμάς που ζήσαμε το 1968, δεν θα το ξεχάσει· έγιναν γεγονότα που μας συγκίνησαν όλους, κατά τον ίδιο τρόπο που οι Αμερικανοί - και όχι μόνο αυτοί - θυμούνται ότι είχαν συγκινηθεί από τη δολοφονία του προέδρου Κέννεντυ. Τα θυμόμαστε όχι μόνο σαν πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ή εικόνες της τηλεόρασης, αλλά σαν κομμάτια της ζωής μας. Καθώς γράφω ξαναβλέπω μπροστά μου τον ορμητικό χείμαρρο των φοιτητών στους δρόμους του Παρισιού, αρχές του Μάη· και ανάμεσά τους, με κοστούμι και γραβάτα, τον αξιοσέβαστο ιστορικό της Γαλλικής Επανάστασης, τον φίλο μου Αλμπέρ Σομπούλ, που αποδοκίμαζε εκ βάθους ψυχής την αντικουλτούρα και την ετερόδοξη Αριστερά, αλλά αισθανόταν πως είχε ηθικό χρέος να συμπαραστέκεται quand le peuple descend dans la rue, όταν ο λαός βγαίνει στους δρόμους. Βλέπω τον εαυτό μου να περπατάει σε κοιλάδα της Ουαλίας κάποιο αυγουστιάτικο πρωινό, απελπισμένος, έχοντας ακούσει από το ραδιόφωνο τα νέα για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και μη θέλοντας να το πιστέψω. Πες «1968», κι όλοι εμείς που θυμόμαστε, βυθιζόμαστε στο παρελθόν, σε εκείνη την εξαιρετική χρονιά.
Βέβαια, όλοι όσοι θυμόμαστε αυτή τη χρονιά είμαστε πλέον γέροι ή μεσήλικες. Για να ζούσε κάποιος τότε θα πρέπει να είναι το λιγότερο τριάντα χρονών σήμερα [σσ: το κείμενο είναι γραμμένο το 1998] και κανένας κάτω από σαράντα πέντε δεν μπορεί στα αλήθεια να αποτιμά τη μεγάλη αυτή χρονιά σαν κομμάτι της συνειδητής ζωής του. Ετσι, προς όφελος των μετά το 1968 γενεών, ίσως θα ήταν χρήσιμο να θυμίσουμε στους εαυτούς μας τι ακριβώς συνέβη κατά τη διάρκεια των αξιοσημείωτων εκείνων δώδεκα μηνών.
Σχεδόν τα πάντα ήταν απρόσμενα: οι οικονομίες των δυτικών χωρών βρίσκονταν στην κορυφή της ανάπτυξης, της μεγαλύτερης εποχής ευημερίας που γνώρισαν ποτέ οι βιομηχανικές χώρες, και που οι Γάλλοι ονόμασαν αργότερα les trente glorieuses, τα τριάντα ένδοξα χρόνια. Τα τελευταία πράγματα που περίμεναν οι πολιτικοί τους ακόμη και οι προβεβλημένοι διανοούμενοι, ήσαν εξεγέρσεις σε πόλεις σαν το Παρίσι και η φαινομενικά ξαφνική μεταμόρφωση των νέων και νεανίδων της μεσαίας τάξης σε επαναστάτες. Το τελευταίο πράγμα που περίμενες να συμβεί, τότε, μέσα και έξω από τον κομμουνιστικό κόσμο, ήταν αυτό που συνέβη στην Τσεχοσλοβακία: το κομμουνιστικό κόμμα που κυβερνούσε να στραφεί επίσημα προς τον ανεκτικό πλουραλισμό. Ηταν ίσως δυνατόν να προβλέψει κανείς ότι οι ΗΠΑ, παρά την αδιαφιλονίκητη ισχύ τους, δεν θα κατάφερναν να διατηρήσουν την παρουσία τους στο Βιετνάμ, αλλά ποιος θα μπορούσε, ακόμη και τα Χριστούγεννα του 1967, να προβλέψει την επίθεση του Τετ και τον άμεσο αντίκτυπο που θα είχε στην πολιτική ζωή των ΗΠΑ;
Ακριβώς επειδή ήσαν απροσδόκητα και ξαφνικά τα γεγονότα του 1968, υπήρξαν τόσο εκπληκτικά και δραματικά. Και ζήσαμε πλήθος τέτοια γεγονότα... Η χρονιά άρχισε με την επίθεση του Τετ των Βορειοβιετναμέζων η οποία, όπως τώρα ξέρουμε, λύγισε την αποφασιστικότητα των ΗΠΑ και κατέστησε βέβαιη την ήττα τους στο Βιετνάμ. Σχεδόν αμέσως οδήγησε τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον στην απόφαση να μην είναι εκ νέου υποψήφιος, καθώς πιεζόταν και από τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις των φοιτητών. Αυτό είχε ως συνέπεια την εκλογή του Ρίτσαρντ Νίξον στην προεδρία των ΗΠΑ, τον ίδιο εκείνο χρόνο. Περίπου την ίδια εποχή, ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ ανέλαβε την ηγεσία του τσεχοσλοβακικού κομμουνιστικού κόμματος. Την παραίτηση του προέδρου Νοβότνι ακολούθησαν οι μεταρρυθμίσεις της «Ανοιξης της Πράγας», που φιλοδοξούσαν να καθιερώσουν τον «κομμουνισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Στις 20-21 Αυγούστου το καθεστώς του Ντούμπτσεκ ανατράπηκε από τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων στην Πράγα είχε προκαλέσει φοιτητικές διαδηλώσεις στην Πολωνία, που κατεστάλησαν βίαια. Στην πολωνική κυβέρνηση η κυρίαρχη εθνικιστική ομάδα που διακρινόταν και για τον αντισημιτισμό της κατηγόρησε τους εβραίους ότι υποκίνησαν τις διαδηλώσεις. Οι περισσότεροι από τους εβραίους που είχαν απομείνει στην Πολωνία - λίγες εκατοντάδες - υποχρεώθηκαν να την εγκαταλείψουν.
Την άνοιξη είχαμε και την κρίση στη Γαλλία. Τα «γεγονότα του Μάη», όπως ονομάστηκαν, δεν ήταν μόνο η μεγαλύτερη φοιτητική κινητοποίηση της γαλλικής ιστορίας: διευρύνθηκαν και οδήγησαν στη μεγαλύτερη ίσως γενική απεργία της ιστορίας της... Ο προβληματισμός για το κατά πόσον θα μπορούσε αυτή η λαμπρή αναστάτωση να εξελιχθεί στην πρώτη επανάσταση σε εποχή ειρήνης στην Ευρώπη, μετά την Ισπανία του 1936, ήταν έντονος εκείνη την εποχή. Πάντως, έστω και αν ο στρατηγός Ντε Γκωλ επέζησε της κρίσης, η παραίτησή του το επόμενο έτος ήταν η άμεση, έστω και καθυστερημένη συνέπεια του Μάη του 1968 - όπως υπήρξε και η αναβίωση της Συμμαχίας της Αριστεράς, με την υιοθέτηση κοινού κυβερνητικού προγράμματος, στις αρχές της δεκαετίας του '70.
Τα γεγονότα του γαλλικού Μάη τα ακολούθησαν γρήγορα μαζικές φοιτητικές διαδηλώσεις στη Γιουγκοσλαβία, όπου έθεσαν μεταρρυθμιστικά αιτήματα. Ο πρόεδρος Τίτο είχε τη σοφία να ηρεμήσει τους φοιτητές στις 9 Ιουνίου. Το γεγονός ότι το φοιτητικό κίνημα έκανε την εμφάνισή του σχεδόν ταυτόχρονα, ανατολικά και δυτικά του λεγομένου τότε «σιδηρού παραπετάσματος», είναι από τα πιο χαρακτηριστικά και απρόσμενα στοιχεία του 1968.
Το φοιτητικό κίνημα δεν περιορίστηκε στη Δύση. Το φθινόπωρο, όταν το δράμα πέρασε ξανά πάνω από τον Ατλαντικό, στο Μεξικό αυτή τη φορά, το πιο θεαματικό επεισόδιο ήταν η σφαγή φοιτητών και πολιτών σε μεγάλη δημόσια συγκέντρωση που έγινε στην Πόλη του Μεξικού, λίγο προτού αρχίσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Η συγκέντρωση αυτή ήταν το αποκορύφωμα μεγάλων λαϊκών και φοιτητικών κινητοποιήσεων σε όλη τη χώρα. Αν και αντιμετωπίστηκε αμέσως με σκληρότητα, είναι χαρακτηριστικό ότι η πολιτική της μεξικανικής κυβέρνησης κινήθηκε αριστερότερα υπό την ηγεσία του επόμενου προέδρου, Λούις Ετσεβερία Αλβαρέζ (ο οποίος ως υπουργός Εσωτερικών ήταν υπεύθυνος για την αιματηρή καταστολή).
Αλλη μια απρόσμενη εξέλιξη σημειώθηκε στη Λατινική Αμερική. Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα το 1967 έβαζε τέλος στην ασύνετη κουβανική απόπειρα να διαδώσει την επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο, εξάγοντας τον ανταρτοπόλεμο στην αμερικανική ήπειρο, μετατρέποντας τον Τσε σε παγκόσμιο επαναστατικό εικόνισμα. Πάντως τον ρόλο του ανταρτοπολέμου φαίνεται να τον καλύπτουν πλέον προοδευτικά αντιιμπεριαλιστικά στρατιωτικά πραξικοπήματα (τα συντηρητικά πραξικοπήματα ήταν ήδη αρκετά γνωστά εντός και εκτός της Λατινικής Αμερικής, π.χ. στη Βραζιλία και στην Ελλάδα...) Αυτό που έγινε στον Παναμά, υπό τον στρατηγό Ομάρ Τορίχος, οδήγησε σε μακροχρόνια και έντονη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Το πιο σημαντικό από αυτά τα πραξικοπήματα το διέπραξε στο Περού η χούντα του στρατηγού Βελάσκο, και οδήγησε στην πιο τολμηρή αγροτική μεταρρύθμιση που πραγματοποιήθηκε ποτέ σε μη επαναστατικό καθεστώς του δυτικού ημισφαιρίου.
Τέλος, επιστρέφοντας στην Ευρώπη, βλέπουμε να αρχίζουν και οι ταραχές της Βορείου Ιρλανδίας με τις συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Λοντοντέρι. Στη Δυτική Γερμανία η απόπειρα δολοφονίας του ηγέτη των φοιτητών Ρούντι Ντούτσκε εγκαινίασε τη φάση της μαζικής κινητοποίησης των φοιτητών και στη χώρα αυτή - ενώ στην Ιταλία ο συνδυασμός φοιτητικών διαδηλώσεων και συγκρούσεων με την 24ωρη εργατική γενική απεργία προανήγγελλε τη μεγάλη αναστάτωση που θα ακολουθούσε και η οποία κορυφώθηκε κατά το λεγόμενο «θερμό φθινόπωρο» του 1969.
Ολα αυτά τα γεγονότα προσδίδουν ήδη αρκετή δραματικότητα στο 1968, ακόμη κι αν δεν συμπεριλάβουμε άλλα που έγιναν μεν πρωτοσέλιδα, αλλά είχαν ίσως μικρότερες συνέπειες - όπως ήσαν οι δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κένεντι, η απρόσμενη, ως συνήθως, εξέγερση στο Ουάτς, τη μαύρη συνοικία του ανθηρού Λος Αντζελες· ή όπως ήσαν οι συμβολικές πράξεις της αφροαμερικανικής ριζοσπαστικοποίησης, η υψωμένη γροθιά των μαύρων πρωταθλητών στο βάθρο των Ολυμπιακών Αγώνων. Και πρέπει πάντως να μνημονεύσουμε τουλάχιστον τέσσερα σημαντικά γεγονότα που εξελίσσονταν κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς και την σημάδεψαν, χωρίς να μπορούν να περιγραφούν με συγκεκριμένες ημερομηνίες.
Το πρώτο από αυτά ήταν η Μεγάλη Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο στην Κίνα, που έφθανε τότε στο αποκορύφωμά της. Πρόκειται για περίοδο την οποία ο κινεζικός λαός θα προτιμούσε να ξεχάσει, αλλά στη Δύση, όπου ελάχιστα γίνονταν γνωστά για την Κίνα, κυριάρχησε μια σύντομης διάρκειας μόδα για τον «μαοϊσμό», κυρίως μεταξύ των νεαρών διανοουμένων που γοητεύθηκαν από το κάλεσμα του «Μεγάλου Τιμονιέρη» για διαρκή επανάσταση.
Το δεύτερο ήταν η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Μετά τη νίκη των Ισραηλινών στον πόλεμο των «Εξι Ημερών» το 1967, η ένοπλη δράση των Παλαιστινίων κομάντος είχε ενταθεί, όπως και η τρομοκρατική αντικαταστολή των Ισραηλινών.
Το τρίτο ήταν ο τραγικός εμφύλιος πόλεμος της Νιγηρίας, που άρχισε με την απόπειρα απόσχισης μιας περιοχής το 1967. Συνεχίστηκε σ' όλη τη διάρκεια του 1968 για να καταλήξει στην αναπόφευκτη ήττα της διπλωματικά απομονωμένης, αποσχισμένης, Μπιάφρας.
Τέλος, στο θέαμα και στο ακρόαμα είχε εμφανισθεί η αναταραχή της αντικουλτούρας, που ήταν η μεγάλη πολιτιστική επανάσταση του δυτικού κόσμου. Από το 1967 ως το 1969 πραγματοποιήθηκαν τα μεγαλύτερα ροκ φεστιβάλ _ από το Μοντερέι στο Γούντστοκ και στο Αλταμοντ _, και το 1968 ήταν το επίκεντρό τους.
Οι ιστορικοί που έζησαν το 1968 αναπόφευκτα θυμούνται μιαν άλλη χρονιά που περιγράφηκε από την επίκαιρη ποίησή της ως «άνοιξη του λαού», αυτή του 1848, τη χρονιά των ευρωπαϊκών επαναστάσεων. Οπως και το 1848, το 1968 έθρεψε μεγάλες, συχνά ρομαντικές, ελπίδες· όπως το 1848, έτσι και το 1968 έληξε με απογοήτευση. Τα δραματικά γεγονότα της δημόσιας σκηνής ελάχιστα πράγματα φάνηκε να κατορθώνουν. Ισως γι' αυτό το 1968 προσφερόταν τόσο πολύ για φωτογραφικό ρεπορτάζ.
Η φωτογραφία αποτυπώνει τη ζωντανή στιγμή, τον τρόπο με τον οποίο ένας λαός βιώνει την ιστορία, όχι τις ιστορικές συνέπειες _ αν και το «Μάγκνουμ» καταφέρνει, περισσότερο από κάθε άλλη ομάδα φωτογράφων, να αιχμαλωτίζει τον ιστορικό τόνο και το σύγχρονο πνεύμα των γεγονότων. Σε μερικές περιπτώσεις καταφέρνουν να συγκεντρώσουν σε μία μόνο εικόνα τις αντιθέσεις και την πολυπλοκότητα των καταστάσεων, όπως σ' αυτήν του Ντον Μακ Κόλιν με τον άνδρα της Μπιάφρας που κουβαλάει πάνω στο κεφάλι του τις οβίδες σαν να είναι αρμαθιά από μπανάνες, ή εκείνη του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν με τον μικροαστό που κοιτάζει τις αφίσες και τα γκράφιτι του Μάη στους τοίχους του Παρισιού. Και πάλι πρόκειται για εικόνες που υπαινίσσονται απλώς τα συμφραζόμενα και αγνοούν τις συνέπειες.
Αν είχε εφευρεθεί η φωτογραφία τον καιρό των ναπολεόντειων πολέμων, ο φωτογράφος του «Μάγκνουμ» θα είχε δει τη μάχη του Βατερλό, αν ήταν παρών ή παρούσα, μάλλον όπως την είδε ο Φαβρίκιος του Σταντάλ στο «Μοναστήρι της Πάρμας», παρά όπως την είδαν ο Ναπολέων, ο Ουέλινγκτον ή ο Ταλλεϋράνδος. Σε κάθε περίπτωση ο υποθετικός πρόγονος των φωτογράφων του «Μάγκνουμ» ασφαλώς θα έβρισκε όσους έπαιρναν τις αποφάσεις στην κορυφή λιγότερο ενδιαφέροντες οπτικά από τη δράση στο πεδίο της μάχης _ εκτός αν γίνονταν έφιππα πορτρέτα.
Το 1968 όμως ποιος έπαιρνε τις μεγάλες αποφάσεις; Τα πιο χαρακτηριστικά κινήματα του 1968 εξιδανίκευσαν τον αυθορμητισμό και ήταν αντίθετα προς τις ηγεσίες, τις ιεραρχίες και τη στρατηγική. Η φυσική ιδεολογία τους ήταν μάλλον η αναρχία, παρά τις φωτογραφίες του Μαρξ, του Λένιν, του Μάο και του Τσε, που προτιμούσαν οι πιο πολιτικοποιημένοι. Το φυσικό όπλο της εξέγερσης του 1968 δεν ήταν το ντουφέκι ούτε η πολιτική αποφασιστικότητα, αλλά ο γεμάτος συνθήματα τοίχος, η αυτοσχέδια αφίσα και το μικρόφωνο.
Ωστόσο θα ήταν λάθος να αντιμετωπίζουμε το 1968 σαν χρόνο αποτυχημένης επανάστασης ή, όπως έχουν γράψει οι ιστορικοί για το 1848, «στροφή που η Ευρώπη δεν μπόρεσε να την πάρει». Στην καλύτερη περίπτωση ήταν υπενθύμιση ότι τα θεμέλια της χρυσής οικονομικής εποχής της Δύσης δεν ήταν σταθερά, όπως δεν ήταν και εκείνα της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας σοβιετικού τύπου, της οποίας η ανεπάρκεια γινόταν ολοένα εμφανέστερη. Πάντως στο ανατολικό μπλοκ, όπως έδειξε η ήττα της «Ανοιξης της Πράγας» από τα τανκς της ΕΣΣΔ, δεν είχε φθάσει ακόμη η ώρα της διάλυσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας - αν και μετά τον Αύγουστο του 1968 ήταν φανερό πως μόνο η ετοιμότητα της Μόσχας να επεμβαίνει την κρατούσε σταθερή.
Στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης η χρυσή εποχή της οικονομικής ανάπτυξης και της κεϋνσιανής κοινωνικής πολιτικής τελείωσε νωρίτερα _ το 1973 σημαδεύει το κυριότερο σημείο καμπής -, αλλά όχι με τον τρόπο που περίμεναν όλοι να τελειώσει. Κανένα από τα μεγάλα πολιτικά κινήματα, και ασφαλώς κανένα από τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, δεν υπολόγιζε σε αλλαγή του οικονομικού καθεστώτος, δεν την αντιμετώπιζαν καν. Στη Δύση οι φοιτητικές εξεγέρσεις, αν και φαίνονταν να μιλούν τη γλώσσα της πολιτικής, ήταν φαινόμενο έξω από την πολιτική και την οικονομία. Εκτός από τη στράτευσή τους στον αγώνα κατά του πολέμου του Βιετνάμ, ο αντίκτυπος που είχαν στις πολιτικές και εργατικές αναταραχές δεν ήταν στις προθέσεις τους. Η πολιτιστική σημασία τους για τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ήσαν πολύ μεγαλύτερη από την πολιτική, ενώ δεν έγινε το ίδιο με τα κινήματα στις κομμουνιστικές χώρες και άλλες δικτατορίες.
Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει το 1968 τόσο χαρακτηριστική χρονολογία στην ιστορία του 20ού αιώνα είναι η έκρηξη της πολιτιστικής αλλαγής, μετά από δύο δεκαετίες οικονομικών και κοινωνικών μεταμορφώσεων χωρίς προηγούμενο. Η χρονιά αυτή φέρνει στο προσκήνιο την εκπαιδευτική επανάσταση η οποία, και στους τρεις κόσμους, είχε μετατρέψει τους φοιτητές των πανεπιστημίων από μικρή ελίτ της μεσαίας τάξης σε πολυπληθή στρατιά. Στη Γαλλία ο αριθμός τους είχε τριπλασιαστεί και είχε φτάσει τις 650.000 κατά τη δεκαετία του '60. Φέρνει στο προσκήνιο την παγκοσμιοποίηση των επικοινωνιών, που διέδιδαν τα ίδια είδωλα, τα ίδια λάβαρα από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο διασχίζοντας ηπείρους και διαπλέοντας ωκεανούς μέσα σε λίγες εβδομάδες. Φέρνει στο προσκήνιο τη χωρίς προηγούμενο ευημερία, που μεταφράζεται σε αγοραστική δύναμη ενός ανερχόμενου κοινωνικού στρώματος «νεολαίας», το οποίο ήταν πολιτιστικά και οικονομικά αυτόνομο. Τα έσοδα της βιομηχανίας δίσκων προέρχονταν πλέον κατά 75% από τη ροκ μουσική, που ασκεί ακαταμάχητη έλξη στις ομάδες ηλικιών 14 ως 24 ετών. Φέρνει στο προσκήνιο το όλο και βαθύτερο χάσμα ανάμεσα στις παραδόσεις και τις συμπεριφορές, τις ελπίδες, τους φόβους και τις προσδοκίες των δύο γενεών, της πριν από το 1950 και της μετά το 1950.
Πάνω από όλα ίσως, αναδεικνύει το μέγεθος της αλλαγής στη δημόσια και ιδιωτική συμπεριφορά και στις σχέσεις των γενεών και των δύο φύλων, που συντελέστηκε κατά τη δεκαετία του '60. Πρόκειται τέλος για τη χρονιά κατά την οποία η γαλλική βιομηχανία γυναικείων ενδυμάτων παρήγαγε πρώτη φορά περισσότερα παντελόνια παρά φούστες, κατά την οποία λιγοστεύουν οι νέοι που ενδιαφέρονται να αφιερωθούν, να γίνουν κληρικοί της Καθολικής Εκκλησίας - πρόκειται για τη χρονιά της μαχητικής, οργισμένης αντικουλτούρας.
Όλα αυτά δεν ήταν πολιτικά φαινόμενα με την παραδοσιακή έννοια, αν και όλες οι μείζονες κοινωνικοοικονομικές και πολιτιστικές αλλαγές προξένησαν πολιτικές ανατροπές και εκφράστηκαν (εκτός των άλλων ιδιωμάτων) και με την καθιερωμένη πολιτική γλώσσα, όπως γίνεται ακόμη και σήμερα. Αν και η ρητορική του 1968 δεν έβαζε ξεκάθαρα όρια ανάμεσα στο να κάνεις έρωτα, να κάνεις επανάσταση και να καπνίζεις χασίς, η προσχώρηση του Τζον Λένον μετά το 1968 σε ένα είδος πολιτικού ριζοσπαστισμού, η οποία οδήγησε το FBI να του φτιάξει ογκώδη φάκελο, είναι από τις λιγότερο σημαντικές όψεις του φαινομένου της ροκ μουσικής γενικά και των Μπητλς ειδικότερα. Αυτό που αναδείχθηκε το 1968 (πολύ θεαματικά στη Δύση, λιγότερο στην κομμουνιστική Ευρώπη και ακόμη λιγότερο στον Τρίτο Κόσμο) ήταν η εξαιρετική επιτάχυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, τον οποίο οι ιστορικοί θα αναγνωρίσουν ως τον επαναστατικότερο στην ιστορία του κόσμου.
ο Eric Hobsbawm είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή ιστορικός της Βρετανίας. Βιβλία του που έχουν μεταφραστεί σατ ελληνικά είναι Εθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα (Εκδ. Καρδαμίτσα 1994), H συμβολή του Καρόλου Μαρξ στην επιστήμη της ιστορίας (Μνήμων 1981), H Εποχή των Επαναστάσεων (MIET 1990), H Εποχή του Κεφαλαίου (MIET 1994), H Εποχή των Αυτοκρατοριών (MIET 2000) και H Εποχή των Ακρων (Εκδ. Θεμέλιο 1995).
Το τελευταίο του βιβλίο «Παγκοσμιοποίηση, Δημοκρατία και Τρομοκρατία» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Θεμέλιο.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην ειδική έκδοση του Βήματος «1968: Η Χρονιά που θα Αλλαζε τον Κόσμο»,
Ετικέτες
Η χρονιά της αποτυχίας των προφητών
"Ενας χρόνος χωρίς την Αμαλία" .... γιατί οφείλουμε να θυμόμαστε...
«Πώς είναι δυνατόν η Ελλάδα και η Ολλανδία, δύο χώρες οι οποίες ανήκουν αμφότερες στην Ευρωπαϊκή Ενωση, να έχουν τόσο διαφορετικό σύστημα Υγείας», αναρωτιέται η Sandra Feitsma. Η –δικαίως– απορημένη Ολλανδέζα είναι μία από τους 780 (και κάτι) χρήστες του Διαδικτύου –διάφορων εθνικοτήτων– η οποία έχει υπογράψει την «αίτηση για την υγεία» (http://www.gopetition.com/online/12922.html), στη μνήμη της Αμαλίας Καλυβίνου. Της τριαντάχρονης κοπέλας, που μέσα από το blog της (fakelaki.blogspot.com, τα κείμενα του οποίου βρίσκονται πλέον και στο amalia2007.blogspot.com) στηλίτευσε μια συνηθισμένη –δυστυχώς– πρακτική των γιατρών, το «φακελάκι», δημοσιοποιώντας τη συγκλονιστική περιπέτειά της (θυμίζουμε ότι έπασχε από καρκίνο, η διάγνωση του οποίου άργησε πολύ), με τη θλιβερή κατάληξη.Η αίτηση αυτή είναι μια από τις πρωτοβουλίες των Ελλήνων bloggers εν όψει της 1ης Ιουνίου, της ημέρας που «επίσημα» αποκαλείται στα ελληνικά διαδικτυακά fora, blogs, καθώς και σε παντός είδους ιστοσελίδες «ημέρα της Αμαλίας». Στο amaliasday.blogspot.com, το blog που δημιουργήθηκε στη μνήμη της Αμαλίας Καλυβίνου έχει αναρτηθεί ένα καταγγελτικό κείμενο. Εγκαλεί το ΕΣΥ και όλους τους αρμόδιους φορείς για την αναλγησία τους, ενώ παράλληλα προτρέπει τους πολίτες –και όχι μόνο τους bloggers φυσικά– στη δράση. Πώς μπορεί να βοηθήσει κανείς; Με το να υπογράψει την αίτηση, να στείλει sms προωθώντας ουσιαστικά την αίτηση, να αναρτήσει το κείμενο του amaliasday.blogspot.com στην ιστοσελίδα ή στο blog του (εάν διαθέτει) και, κυρίως, με το να λάβει μέρος σε εθελοντική αιμοδοσία –στο πλησιέστερό του νοσοκομείο– την πρώτη Ιουνίου. Μια ακόμη πρωτότυπη και άκρως καλοδεχούμενη κίνηση αποτελεί η αφιερωμένη στη μνήμη της blogger έκθεση «Φαρμακολαγνεία» στην Eco Art Gallery (Λεμπέση 3, Μακρυγιάννη), που πραγματοποίησε τα εγκαίνιά της ένα χρόνο και μία μέρα μετά το θάνατο της Αμαλίας – δηλαδή στις 26 Μαΐου– και θα διαρκέσει έως και την Παρασκευή 6 Ιουνίου.Ενα χρόνο μετά το θάνατο της Αμαλίας Καλυβίνου λοιπόν, η ερώτηση παραμένει η εξής: άξιζε τον κόπο η όλη περσινή προσπάθεια, έτσι ώστε να επαναληφθεί; Αλλωστε, η αίτηση που «τρέχει» από πέρσι έχει κατορθώσει να συμπληρώσει σχετικά λίγες υπογραφές. Τα προβλήματα στο ελληνικό σύστημα Υγείας μοιάζουν να… παραμένουν σταθερά στη θέση τους και όσο για την πολιτική ηγεσία του τόπου, μάλλον αγνοεί το θέμα (με εξαίρεση κατάθεσης του blog της ίδιας της Αμαλίας από τον Ευάγγελο Βενιζέλο στη Βουλή, το καλοκαίρι του 2007). Κι όμως, η υπόθεση αυτή κατέστησε γνωστά στην Ελλάδα τα blogs και μάλιστα ταυτόχρονα με το «κίνημα» του διαδικτυακού ακτιβισμού. Δεν είναι και λίγο… Ενώ η λέξη blog και οι ποικίλες εννοιολογικές σημασίες της ήταν σχετικά γνωστές στο δυτικό Διαδίκτυο ήδη από το 1999, στην Ελλάδα έγιναν πασίγνωστες το Μάιο του 2007 με το θάνατο της Αμαλίας Καλυβίνου. Είχε προηγηθεί η δημιουργία του γνωστού πλέον blog της «γενιάς των 700 ευρώ» το Μάρτιο, καθώς και αυτή του Sync, που συγκεντρώνει blogs και podcasts, τον Απρίλιο. Κατόπιν, οι φωτιές στην Πάρνηθα έδωσαν άλλη μια ώθηση σε αυτό που πλέον ονομαζόταν «κίνημα» των bloggers. Τόσο στις 8 Ιουλίου όσο και στις 29 Αυγούστου οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που είχαν οργανωθεί από ιστολόγους, και οι οποίες είχαν πολυπληθή προσέλευση, οδήγησαν σε νέα άνθηση του χώρου.
ΝΤΑΡΑΔΗΜΟΥ ΑΡΕΤΗ
δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο στις 30Μαίου 2008
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)