Του ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΑΥΓΟΥΛΕΑ*
Ο πανικός, η ψεύτικη και άκρως υπηρεσιακή αισιοδοξία καθώς και μια σειρά άλλων ακραίων αντιδράσεων έχουν συσκοτίσει τις τελευταίες εβδομάδες την ανάλυση των διαστάσεων της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σε πρώτη ανάγνωση η κρίση αυτή κυρίως ταλανίζει τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά ιδρύματα επενδυτικής και εμπορικής τραπεζικής, τα οποία διαγράφουν επενδυτικές θέσεις αξίας πολλών δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Ομως οι χαμένοι της κρίσης δεν είναι μόνον οι μέτοχοι αυτών των οργανισμών -οι καταθέτες βέβαια σπανίως επηρεάζονται, αφού τις περισσότερες φορές οι καταθέσεις τους απολαμβάνουν κάποιας μορφής εξασφάλισης- αλλά και οι οικονομίες του αναπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου (εκτός Ασίας και των χωρών του Αραβικού Κόλπου). Οι χώρες αυτές και οι πολίτες τους παρακολουθούν άφωνοι την παράδοση στην πυρά τεράστιων χρηματοδοτικών πόρων. Από τις πολλές ερμηνείες που έχουν δοθεί ως προς τα γενεσιουργά αίτια της παρούσης κρίσης, δύο ξεχωρίζουν. Η πρώτη είναι αυτή που επισημαίνει πως οι αγορές τα τελευταία χρόνια έχουν ξεπεράσει τα απώτατα όρια της ανεκτής απληστίας. Η δεύτερη υπογραμμίζει την αποτυχία των εποπτικών αρχών και μηχανισμών να διαγνώσουν έγκαιρα τις αιτίες της κρίσης με σκοπό την αποτροπή της.Για παράδειγμα, και οι δυο σημαντικές αναλύσεις των αιτίων της κρίσης που ακούστηκαν στο Φόρουμ του Νταβός, αυτή του γνωστού χρηματιστή Τζορτζ Σόρος και αυτή του βρετανού πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν (1) συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως οι κερδοσκοπικές τάσεις εντός του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελούν το κύριο αίτιο της τωρινής κρίσης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αλόγιστη χρήση καινοτομικών χρηματοοικονομικών μεθόδων, όπως οι τιτλοποιήσεις και τα παράγωγα πιστωτικού κινδύνου, οδήγησε σε συστηματική υποτίμηση του χρηματοοικονομικού κινδύνου. Στην Ελλάδα χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των περιπετειών του επενδυτικού χαρτοφυλακίου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Η τελευταία είναι μια χαρακτηριστικά παραδοσιακή αποταμιευτική τράπεζα, της οποίας όμως η διοίκηση κάποια στιγμή ζαλίστηκε από τη λάμψη του φευγαλέου κέρδους των διεθνών χρηματαγορών.Οι ωφελημένοι από την άκρατη αυτή κερδοσκοπία ήταν οι λίγοι τραπεζίτες που καρπώθηκαν υψηλότατες αμοιβές για τον σχεδιασμό και την εκτέλεση των χρηματοοικονομικών πράξεων που απειλούν σήμερα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οπως το έθεσε πρόσφατα ο γνωστός κεντροαριστερός διανοητής Ουίλ Χάτον, πρώην διευθυντής της εφημερίδας «Ομπζέρβερ», παραφράζοντας τη γνωστή φράση του Τσόρτσιλ, «ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας τόσοι λίγοι δεν ωφελήθηκαν τόσο πολύ ζημιώνοντας όλους τους υπόλοιπους» (2).Οσον αφορά δε την αποτυχία των εποπτικών αρχών να κατανοήσουν τους κινδύνους των νέων χρηματοοικονομικών μεθόδων όχι μόνον για τη σταθερότητα των επενδυτικών χαρτοφυλακίων των τραπεζών, αλλά και για την ίδια την ασφαλή τους λειτουργία, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της βρετανικής στεγαστικής τραπέζας Northern Rock. Οι φήμες για επικείμενη κατάρρευση της εν λόγω τράπεζας δημιούργησαν στα μέσα του περασμένου Σεπτεμβρίου την πρώτη, σε διάστημα άνω των 150 ετών, βρετανική τραπεζική κρίση, η οποία συνοδευόταν από πανικό των καταθετών. Η σωτηρία της Northern Rock, μιας μεσαίου μεγέθους τράπεζας, από αναγκαστική χρεοκοπία έχει μέχρι στιγμής στοιχίσει στο βρετανικό Δημόσιο πάνω από 50 δισ. ευρώ σε δάνεια, που είναι πολύ αμφίβολο εάν ποτέ θα αποπληρωθούν, δηλαδή πάνω από μιάμιση φορά το ετήσιο κόστος του Εθν. Συστήματος Υγείας. Η πολύ σημαντική Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων του βρετανικού Κοινοβουλίου σε πρόσφατη έκθεσή της για τα αίτια της κατάρρευσης της Northern Rock προβάλλει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τη συστηματική αποτυχία της βρετανικής Αρχής Εποπτείας του Χρηματοοικονομικού Τομέα (FSA) να ασκήσει τα εποπτικά της καθήκοντα (3). Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η FSA, είτε λόγω έλλειψης της αναγκαίας πείρας και τεχνογνωσίας, είτε επειδή εστερείτο την αναγκαία βούληση, απέτυχε να κατανοήσει την επικινδυνότητα του επιχειρηματικού μοντέλου της Northern Rock. Γιατί όμως οι εποπτικές αρχές και οι θυροφύλακες (οι πολυεθνικές ελεγκτικές εταιρείες και οι εταιρείες πιστολητικής αξιολόγησης) δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους; Μια πρώτη εκτίμηση είναι ότι δεν είχαν στη διάθεσή τους τα σωστά εργαλεία, με αποτέλεσμα η προαναφερόμενη υποτίμηση των χρηματοοικονομικών κινδύνων να μείνει επιμελώς κρυμμένη για πολύ καιρό οδηγώντας στην παρούσα κρίση. Μια άλλη εξήγηση εστιάζει στις ψυχολογικές πλευρές των επενδυτικών αγορών, εξηγώντας πως σε περίοδο ανόδου των αγορών η επικρατούσα ευφορία οπλίζει συχνά τους παράγοντες της αγοράς με άλογη εμπιστοσύνη (overconfidence) στην υγεία και συνεχή άνοδο των αγορών. Σε κάθε περίπτωση πάντως δραστικά μέτρα πρέπει να υιοθετηθούν. Ηδη οι βρετανικές αρχές κινούνται προς την κατεύθυνση της ριζικής αναμόρφωσης του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την εποπτεία των εποπτικών ιδρυμάτων. Ομως λόγω της παγκοσμιοποίησης των αγορών εθνικές πρωτοβουλίες για την αναμόρφωση του πλαισίου τραπεζικής εποπτείας δεν αρκούν. Χρειάζονται αποτελεσματικές πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο, οι οποίες πρέπει να είναι προϊόν ωρίμου σκέψης και προβληματισμού και όχι αυτοματοποιημένες αντιδράσεις στο παρόν κλίμα πανικού με τη συνεχιζόμενη ανάμειξη διεθνών φορέων, όπως η Επιτροπή της Βασιλείας. Η λογική απάντηση στην κρίση είναι η θέσπιση δεσμευτικού διεθνούς πλαισίου για τη λειτουργία των οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης και τη χρήση των μεθόδων αξιολόγησης που αυτές υιοθετούν καθώς και η αλλαγή εποπτικής κουλτούρας. Εάν κάποιες τράπεζες βασίζουν τη λειτουργία και το επιχειρηματικό τους μοντέλο σε ακραίους κερδοσκοπικούς μηχανισμούς (οριζόμενους στη βάση νέων διεθνών προτύπων), θέτοντας σε κίνδυνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι εποπτικές αρχές δεν πρέπει να τους επιτρέπουν να περνούν ανεξόδως το ρίσκο της λειτουργίας τους (free riding) στον φορολογούμενο έμμεσο εγγυητή των υποχρεώσεών τους. Πρέπει να εξαναγκάζονται να αυξήσουν το ύψος των διαθεσίμων τους και να αλλάζουν σταδιακά και κατόπιν συμφωνίας τα επιχειρηματικά τους σχέδια, αντιμετωπίζοντας την απειλή αφαίρεσης άδειας λειτουργίας. Οι εκκλήσεις από έγκυρες φωνές διεθνώς για αναθεώρηση του συστήματος δημόσιας εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος τείνουν να λάβουν διαστάσεις παλιρροϊκού ρεύματος. Το νέο μοντέλο εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που θα προκύψει ως αποτέλεσμα της παρούσας κρίσης, θα είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα στην ιστορία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Πρέπει μεταξύ άλλων να απαντά στο αίτημα της διεθνούς κοινωνίας για ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο των ακραίων κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων των ολίγων εις βάρος όλων μας.
Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΛΕΑΣ είναι αν. καθηγητής του Διεθνούς Χρημ/μικού Δικαίου, διευθυντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών στο Διεθνές Χρημ/μικό Δίκαιο, στο Παν. του Μάντσεστερ.

